Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2009

Τινούβιελ

Μαγεύτρα αθάνατη Θεά, του Ιλούβαταρ το πιο όμορφο τέκνο... του Ντάερον του Αοιδού η μούσα, αιθέρια, πανώρια ύπαρξη, αερικό και πρωτογέννητη... οπτασία ανέγγιχτη από τα βέβηλα τα μάτια των θνητών, οι ασημένιες φυλλωσιές των δέντρων μόνο να τη θωρούν κι ανάμεσά τους ως μαινάδα χορεύοντας να τα μαγεύει...

...ένα με τα χρυσά κλαδιά, ένα με τ' ασημένια φύλλα... ένα με τη χλόη, ένα με την ομίχλη, ένα με το φεγγάρι... Ήλιος το πρόσωπό της, χείμαρρος τα ξέπλεκα μαλλιά της λουσμένα στο φεγγαρόφως, λαλιά αηδονιού η φωνή της, τη φύση να μαγεύει...

Παραδομένη η Φύση και σπονδή στην ομορφιά της τα Νίφρεντιλ, τα κρίνα, που θα φυτρώσουν και θα δουν το φως στο πρόσωπό της, από τη λάμψη της ζωή να έχουν πάρει, αιώνια το όνομά της να καλούν, Αυτή να συμβολίζουν ...

Λούθιεν...



Ποιος τόλμησε το φως κατάματα να δει, το ρόδο στο χέρι να κρατήσει, τ' αγκάθια του βλαστού να αψηφήσει... ουδείς αθάνατος δεν άπλωσε το χέρι, κι ούτε το βλέμμα πρωτογέννητου τόλμησε να πλανηθεί εκεί που τα συναισθήματα γεννιούνται κι οργιάζουν, πάνω σε κείνη την ομορφιά που σαν την κρύα τη λεπίδα αναπνοή από όλους γύρω να στερεί...

Όσα οι αθάνατοι δεν τολμούν, η ύπαρξη θνητών τα συμπληρώνει... Πόσο ασήμαντη, πόσο μικρή και τιποτένια και πόσο αδύναμη αυτή η άχαρη, η πλασμένη θνητή γενιά...

Μα με πόσο θάρρος που στερούνται οι Θεοί το βλέμμα θα σηκώσει, με θράσος θα το πλέξει κι εκείνο που δεν αγγίζεται δικό της θα το κάνει...

...παντοτινά...

Μπέρεν...

Πώς πλησιάζεις μια Θεά, πώς η αθανασία αφήνεται στην άκρη για του έρωτα τη χάρη? Πώς να νιώθεις ως θνητός που στη διάβα σου, σε κάθε βήμα σου - παρέα με του χρόνου το ψύχος και τη φθορά το θάνατο προσμένεις, πάνω στην αφθαρσία και στο πάγωμα του χρόνου αν σκοντάψεις?

Πόσο αντέχεις του Άστρου το φωτεινό το πρόσωπο να δεις, τον πόνο της άθλιας ύπαρξής σου να ξεπεράσεις, το χέρι το θνητό να απλώσεις, όνομα να δώσεις σ' αυτό το πλάσμα που η λογική σου να περιγράψει δεν μπορεί?

Τινούβιελ θα τ΄ονομάσεις...


Τι είναι αυτό που μιας Θεάς τη λογική θ' αλώσει, την αθάνατη την κρύα την καρδιά με λάβα θα ποτίσει, συναισθήματα πρωτόγνωρα πάνω της θ' απλώσει και στον ιστό αυτής της τρέλας όλο το είναι της θα δέσει...?

Έρωτας, ο πιο παράλογος ο πιο παράτολμος ο πιο καταδικασμένος που γεννήθηκε ποτέ... ό,τι πιο όμορφο γέννησε ανθρώπου νους, ό,τι πιο βέβηλο άγγιξε το Θείον...

Και δώρο για αυτό που δεν ένιωσες ποτέ, το πέπλο της αθανασίας από πάνω σου θα βγάλεις, Θεά...

Ειμαρμένη μα και επιλογή... με την αθανασία να τραφείς, το θάνατο εντέλει να διαλέξεις, τη μοίρα των θνητών - αυτή που και τους Θεούς τρομάζει - δικιά σου να την κάνεις...