Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

Του ανέμου τα τερπνά


Αλήθεια, τι να σκέφτηκες προτού αυτή η ιδέα σαν το καρφί σού καρφωθεί στης λογικής το βράχο - που βράχος είναι η λογική, σκληρός, ατόφιος λίθος. Αισθήματα και πράξεις τους ευθύς τα προσπερνάει, σε μια ευθεία τα πετά, το μήκος τους μετράει και τα σημεία της στιγμής ένα προς ένα ορίζει κι ας χάνονται όλες οι στιγμές μες στη γραμμή του Χρόνου...

Κλειστός ασκός στο πλάι του, σ' Εκείνον μόνο ανήκει κι ας φρόντισε η κούραση τα μάτια του να κλείσει καθώς αυτό που έψαχνε τα μάταια (;) ετούτα χρόνια, μπροστά τους ξεδιπλώνεται στο πρώτο φως της μέρας.

Τι όνειρο σε πλάνεψε, ισόθεε, Γιε του Λίθου, όταν εκείνη τη στιγμή τα βέβηλα τα χέρια εκείνων που εμπιστεύτηκες μες το χαμό σε ρίχνουν και στο ταξίδι της σιωπής τις πράξεις σου τσακίζουν, τον πόνο πάλι να γευτείς, πατρίδα να μη νιώσεις;

 Μες του ονείρου την αυγή - εκεί που είχε αρχίσει - ξανά τα πέπλα πέφτουνε κι οι σκέψεις να γεννάνε όσα εκείνα έζησες πριν φύγεις από εκείνα που πάντα δίπλα ήτανε, μα τόσο μακριά σου. Ποτέ δε σε αγγίξανε, δε σ' έκαναν δικό τους, ποτέ δεν καταλάβανε τη φλόγα της πνοής σου, που όσα άστρα ο ουρανός τα άστρα της ψυχής σου...

Πετάχτηκες - δεν πρόλαβες - στα χέρια σου ν' αρπάξεις το δώρο εκείνο που ήτανε πατρίδα να σου δώσει, κι οι άνεμοι σκορπίσανε μαζί κι όλα εκείνα που χρόνια στοίχειωναν το νου στην άμμο της Τρωάδας.

Αλλόκοτοι οι φόβοι του τα σωθικά ξεσκίζουν, οι σκέψεις του βυθίζονται στης θάλασσας τον πάτο παρέα για να κάνουνε με του σκαριού το σώμα, τα τσακισμένα τα κουπιά, τα άψυχα κατάρτια και τα περήφανα πανιά που κείτονται κουρέλια.

Σκορπίσανε οι άνεμοι στο πρώτο φως της μέρας, σκορπίσανε κι οι σκέψεις του, διαλύθηκαν οι φόβοι, σαν το αλάτι που έπεσε μες του νερού τη διάβα και μόνο η γεύση μαρτυρά εκείνο που έχει γίνει...

Σπονδή σ' εκείνους που όρισαν μες τη σοφία τη γνώσης πως το ταξίδι που έκανες περισσότερο μετράει από τη λέξη που άκουγε στο όνομα "πατρίδα". Πατρίδες δεν υπάρχουνε, ποτέ τους δεν υπήρξαν παρά του δρόμου η γραμμή που στην ευθεία του χρόνου ξεχνάει η έρμη τη στρατιά που άθελα της πήρε και μες τον κύκλο της ζωής στο ίδιο σημείο φτάνει.  

 

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

Παίγνια


Κινείς Θεούς και Δαίμονες σ' ένα πεδίο μάχης που κρίνεται η μοίρα σου, ο πόλεμος, το μέλλον, τα πάντα όσα όρισες κι εκείνα που σ' ορίζουν και λες πως θα τ' απαρνηθείς για μιας στιγμής φοβία? Αγέρωχος ο βασιλιάς κι ας πέφτουνε τα πιόνια γιατί γνωρίζει από πριν η τύχη του ποια θα 'ναι.

Παίγνια τα πάντα γύρω μας, αυτά και όσα θάρθουν. Τείχη ψηλά κι αν χτίστηκαν κι απόρθητα φαντάζουν, τα πρώτα που θα αλωθούν οι πύργοι και τα κάστρα. Οι τάφροι τους θα μπαζωθούν και τα κενά θα κλείσουν και τα εσκαμμένα γύρω τους ευθύς τα υπερβαίνεις.

Τα πιόνια γύρω τους σκορπούν, τα λάφυρα στα πόδια και στο πεδίο της σιωπής τσακίζεται η σκακιέρα, κι ας στήθηκε επιδέξια παιχνίδι για ν' αρχίσει...




Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

Της Αυγής θεά


Κυρίαρχος ο Έρωτας και πιόνια του οι πάντες, θνητοί, αθάνατοι, άνθρωποι και θεοί. Μα πιότερο οι δεύτεροι στα βέλη του λυγάνε, σαν το ελάφι που έπεσε της λέαινας τροφή κι οι σάρκες του, το αίμα του, ζωή θε να της δώσουν, το μιαρό το έργο της στη γη σαν αφεθεί κι ας ξέρει πως ελάχιστα τη δίψα της θα σβήσουν καθώς και την επόμενη τροφή θ' αναζητεί....

κάπου εκεί, κάπου σιμά...

Χρυσά είναι πρώτα τα σκαλιά που ο εραστής πατάει, όταν στα χέρια του κρατά εκείνο που ποθεί. Άγρια τα συναισθήματα που στήθη πλημμυρίζουν όταν εκείνη αφήνεται στα χέρια του μ' ορμή, για να τελειώσει το έργο του που έχει καθορίσει η αιχμή του βέλους του θεού στην ανοιχτή πληγή ...συνέχεια, ακατάπαυστα το αίμα του να τρέχει, μα το ίδιο ακατάπαυστα και του αοιδού η φωνή:

"Ζευς, Ποσειδώνας θέλανε την όμορφη θεά, με του Έρωτα τ' αόρατα τα βέλη στην καρδιά...
Αθάνατα τα βέλη του, κι αθάνατους πληγώνουν, κι αυτούς τους άχρονους θεούς απ' τη σοφία ξεκόβουν.
Παράλογα ακούγονται, εικόνες φαντασίας, μα ευθύς αμέσως γίνονται σκηνές απελπισίας"

Μα εκείνος ο παλιός χρησμός για την γενιά του Κρόνου που μέλει να αφανισθεί απ' της θεάς καρπό, με όπλα που η τρίαινα κι η αστραπή θαμπώνουν, να σπάνε και να χάνονται - της θάλασσας φροντίδα - στον κάτασπρο αφρό... ξεθωριασμένα σύμβολα στης γης τ' άπατα τα βάθη...στις μνήμες των ανθρώπων, στης λήθης τον λωτό, σαν το καράβι που έγειρε, τσακίστηκε στα βράχια, βυθίστηκε και χάθηκε μες το υγρό κενό...  


...αθάνατο κενό...

Είναι ο χρησμοί πιο δυνατοί που κι οι θεοί φοβούνται κι ακόμα και του φτερωτού θεού τ' ανίκητα δεσμά, χίλια κομμάτια γίνονται και κλείνουν οι πληγές τους... τα βέλη στη φαρέτρα του στριμώχνονται ξανά...

Η συμβουλή της Θέμιδας σκληρή για το ζευγάρι, αδελφικών κι αντίδικων, αθάνατων θεών: Σε έναν θνητό να δώσουνε της Θέτιδας το χέρι σαν το φεγγάρι ολόγιομο στον κόσμο των βροτών, φανεί ψηλά, λάμψει ξανά, τέκνο των ουρανών...

Μες της νυχτιάς το αγέρι ξεχύνεται γοργά και πίσω του να χάνονται οι πράσινες κορφές... Της θάλασσας το τέκνο για ν' αρπάξει κι ας κρύβεται στα βάθη της με μύριες μορφές... 
Κι ας ξεγλιστρά κι ας γίνεται φωτιά, νερό, λιοντάρι, με νύχια τόσο κοφτερά. σκληρά λες κι είναι ατσάλι...


 Μα όταν το βλέμμα της θεάς το βλέμμα του θα βρει, κι όταν η κάθε της μορφή σα σκόνη θα χαθεί, στα χέρια του θα αφεθεί, το πρόσωπο θ' αγγίξει, στο σφριγηλό το σώμα του τα χέρια σαν τυλίξει, τα χείλη της στα χείλη του μόλις τα ακουμπήσει, σφραγίζεται ο έρωτας στο πιο γλυκό μεθύσι... Ηδονή.

Είναι οι χρησμοί πιο δυνατοί που κι οι θεοί φοβούνται. Μα εκεί το θάρρος των θνητών που όσο κι αν λοιδορούνται, τολμούν με θράσος να διαβούν κατώφλια, σκαλοπάτια, χωρίς να νοιάζονται στιγμή αν θα γινούν κομμάτια. Φθόνος κι αιτία του χαμού του ανθρώπινου του γένους...

"Την κέρδισε τη Θέτιδα ο ευσεβής Πηλέας. 
Κι απ' τον καρπό του έρωτα, γεννήθηκε ο Αχιλλέας"   





Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Ανδρομέδα


"...Πάρε με, ξένε, πάρε με μαζί σου, όπως συ το θέλεις, σα σκλάβα σου, σα δούλα σου, γυναίκα σου, κυρά..."

 Λόγια θεάς; 

Μα πού ακούστηκε θεά, συμπόνοια να γυρεύει...

...Πάρε με, ξένε, πάρε με μαζί σου, όπως συ το θέλεις...

Λόγια θνητής. 

Άχαρη η μοίρα των θνητών που κι οι θεοί ζηλεύουν... καθώς ποτέ δεν πρόκειται τη μοίρα αυτή ν' αγγίξουν. Κρυφός ο φθόνος μέσα τους την ώρα που προσφέρουν ως ένα και μοναδικό το τρομερό το δώρο... που συντροφεύει τον θνητό από το πρώτο κλάμα, για να γυρίσει στην αρχή όταν θα βγει η πνοή του...

...σα σκλάβα σου, σα δούλα σου, γυναίκα σου, κυρά..."

Λόγια πικρής απόγνωσης δεμένα μ' αλυσίδες, που το κορμί εκείνης σε βράχο το κρατούν. Ακίνητο να στέκεται να το χτυπά η αλμύρα, το κύμα και ο άνεμος το σώμα να θωρούν... με θράσος τ' αλαβάστρινα τα στήθη να θωπεύουν... τα πορφυρά τα πέπλα από πάνω της τραβούν και τα χρυσά, τα ξέπλεκα μαλλιά, στον άνεμο ν' αφήνουν, να ξεγλιστρά ανάμεσα, βορά του να γενούν.    

...Ξίφος στον ώμο κοφτερό, φτερά στα πέδιλά του... στο φτερωτό το άτι του ιππέας του φωτός. Κι από τη σκέψη πιο γοργός κι απ' τους θεούς πιο αντρείος... με της Γοργούς την κεφαλή και το σκουφί του Άδη πάνω στο τέρας ρίχνεται... κι ο Δράκοντας νεκρός...

"...Πάρε με, ξένε, πάρε με μαζί σου, όπως συ το θέλεις, σα σκλάβα σου, σα δούλα σου, γυναίκα σου, κυρά..."


Λαβώθηκε ο ήρωας... του έρωτα τα βέλη πάντα κατάστηθα χτυπούν... πέτρες τα βράχια γίνονται με του σπαθιού τη βία, σπασμένες αλυσίδες τα κύματα χτυπούν...

Χέρια δειλά να ενώνονται, χείλια γλυκά να σμίγουν. Καινούριοι κρίκοι πλέκονται, του έρωτα δεσμά...

...και οργισμένοι οι θεοί στη θάλασσα βαθειά... εκεί που όλα χάνονται ακόμα και ο φθόνος, γι' αυτό που εκείνοι επέλεξαν ποτέ να μη γευτούν. 

...Στη χώρα των Αιθιόπων βασίλευε ο Κηφεύς