Δευτέρα 3 Αυγούστου 2009

Τείχη

You always knew just how to make me cry
And never did I ask you questions why
It seems you get your kicks from hurting me
Dont try to understand me
Because your words just arent enough





Love is a feeling
Quench my desire
Give it when I want it
Takin me higher
Love is a woman
I dont wanna hear it
Give in to me
Give in to me


...

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2009

Έρως και Ψυχή

Η ανεπάρκεια της ευφυΐας και των υποθέσεων στη σκιαγράφηση εικόνας εκείνης της συγκεχυμένης κατάστασης που δημιούργησε τα πάντα, η μορφή και η διάταξη του άναρχου του Χάους, το αληθοφανές της τάξης που ξεπηδά μέσα από την αταξία… κι ο Έρωτας ο θείος που στο σύνολο με μια θηλιά σφιχτή όλα θα τα δέσει, εκτός της φαντασίας της αχαλίνωτης που ελεύθερη θύρες σφαλισμένες μεμιάς θα θρυμματίσει, φτερά ν’ ανοίξει, ν’ απλωθεί, εκεί στο άπειρο που κι οι θεοί κινούνται…

Δε δένεται η σκέψη η ατίθαση, δε φυλακίζεται η ιδέα, δεν τιθασεύεται ο νους ο σπινθηροβόλος, μα μόνο από μια άλλη σκέψη κατακτιέται, αλώνεται κι αλυσοδεμένος θα συρθεί…

Τι είναι ο έρωτας? Χημεία, συναίσθημα, κατάσταση, δεσμώτης και λυτρωτής, δυνάστης κι ελευθερωτής, κυρίαρχος Θεός. Η δύναμη η απερίγραπτη που στον ουρανό θα ανεβάσει αλλά και στον Άδη με πάταγο θε να σε πετάξει. Αποζητά η ψυχή τον έρωτα κι εκείνος τον ξενιστή που θα τον θρέψει με τη σειρά του αέναα, εκεί θε να γυρεύ
ει…

Έρως και Ψυχή, ίδια αναλλοίωτη σύσταση κι ουσία, ομορφιά απερίγραπτη και θείο ζευγάρι ταιριαστό…

Μόνο που ποτέ, ποτέ δεν πρέπει εκείνη το πρόσωπο του να αντικρύσει και που η Νύχτα στα πέπλα της με περισσή στοργή τυλίγει… εντολή και νόμος απαράβατος σκληρός κι άκαρδος σ' όλο το σύνολό του…


Απατηλές οι σκέψεις που το νου της θα τυλίξουν, μ’ αμφιβολίες κι υποψίες ως πάνω θε να τον γεμίσουν…

Έρως ο τιμωρός, Έρως ο λυτρωτής, Έρως το ξύπνημα της θηλυκότητας…

Και καρπός του Έρωτα και της Ψυχής, η Ηδονή η ίδια…







Παρασκευή 20 Μαρτίου 2009

Ίχνη ερώτων

Ο Σεφέρης στη Μαρώ

[Αθήνα.] Κυριακή πρωί [29 Σεπτεμβρίου 1940]

Μόλις τώρα πήρα το πρωινό μου και διάβασα το γράμμα σου. Ανάσανα που ξέρω πως έρχεσαι την Παρασκευή. Δεν ξέρεις πώς σε περιμένω. Γιατί αυτές τις τελευταίες μέρες σ' έχω φριχτά επιθυμήσει. Τι τα θέλεις, σε στερήθηκα όλο το καλοκαίρι και γιατί ήσουν μακριά και γιατί ίσως, μ' όλες αυτές τις ανόητες ιστορίες, και όταν ήσουν ακόμη κοντά μου, δε σε είχα όπως θα το ήθελα. - Όλο μου το σώμα πονεί από επιθυμία. Σκέπτομαι πως μπορεί να σε κρατήσω γυμνή απάνω μου και όλα τα άλλα χάνουνται, όπου κι να βρίσκομαι, ό,τι κι αν κάνω. Είναι αστείο κάποτε να βλέπω τον εαυτό μου σαν έναν υπνοβάτη ή σαν έναν τυφλό που σε ψάχνει με τις παλάμες απλωμένες και με τα μάτια κλειστά. Είμαι ελεεινά καυλωμένος, χρυσό, και δε σκέφτομαι τίποτε άλλο παρά πώς να σε γαμήσω ατέλειωτα μια ολόκληρη νύχτα.

Και δεν μπορώ να σου το γράψω αλλιώς.
Γιώργος
[Υ.Γ.] Γράψε μου δυο λόγια μόλις λάβεις το γράμμα. Και μην ξεχνάς να γράφεις σωστά τη διεύθυνσή μου.


Η Μαρώ στο Σεφέρη
[Τράπεζα.] Τρίτη [1 Οκτωβρίου 1940]

Τούτο νάναι το τελευταίο γράμμα. Ποιος αγέρας τράνταξε το κορμί σου;

Δόξα τον Θεό!

Και βέβαια να μην το γράψεις αλλιώς. Τη διεύθυνση την έγραψα λάθος; Ξέρεις, κατάλαβες ότι πήγα να χάσω τα λογικά μου τούτο τον τελευταίο καιρό; Ας αφήσω τις τραγικούρες, δε σου πάνε. Το ξέρεις ότι, παρ' όλα, είσαι ένας ελεεινός, χαριτωμένος άνθρωπος και πως πρέπει ακόμη να σε προσέξω πάρα πολύ για να σε μάθω; Έρχομαι... Φθάνω
Μαρώ
Σεφέρης και Μαρώ, Αλληλογραφία Α' (1936 - 1940) Ο ποιητής και διπλωμάτης συνάντησε τη Μαρώ του ως σύζυγο Ανδρέα Λόντου και μητέρα δύο παιδιών. Οι δυο τους αψήφησαν το σκάνδαλο που συνόδευε τον έρωτα που τους έδεσε, και ξεπέρασαν όλα τα εμπόδια, φτιάχνοντας μια σχέση που κράτησε όσο η ζωή τους.

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2009

Πενθεσίλεια

Ο ορισμός του ήρωα, κι ο ορισμός του θανάτου... Βίοι Παράλληλοι, κι ο Πλούταρχος απών... σύντομη ζωή, πρόωρος θάνατος στη μάχη κι η εξίσωση τη λύση της θα βρει... Πλήρες βίαιων συναισθημάτων θα βιαστεί το πεπρωμένο να συναντήσει μα μ' απούσα τη λογική... την έχει εξοστρακίσει άλλωστε προ πολλού η οργή που έχει φωλιάσει στο μυαλό, στην καρδιά, σ' όλο το σώμα. Οργή και θάρρος αδελφωμένα να βαδίζουν, κοντά κι η ζηλευτή η τέχνη του πολεμιστή του να μοιράζει θάνατο, κι αυτά περίτεχνα δεμένα μεταξύ τους...

Σκληρός χαλκός... κασσίτερος, πολύτιμο χρυσάφι κι ασήμι να τον ντύνουν... πέντε οι πτυχές μετάλλων περίτεχνα δεμένες, δοράτων και βελών αιχμές να αποκρούουν... λαμπρό στεφάνι, τρίδιπλο κι αργυρός τελαμώνας να κρέμεται, το σύνολο να δένει... το σώμα Αυτού που έμελλε να την κρατά, αλώβητο ν' αφήσει...

Θνητός κι αθάνατος ο ισόθεος Πηλείδης... Και πόσο τρομερός αυτός ο θυμός που από την αρχή τον κατευθύνει... Μα πόσο πιο τρομερός ο 'Ερωτας που στα δεσμά του άρματός του θα τον δέσει εκεί που δεν τον περιμένει και σαν του Πριάμου το γιο πίσω του θα τον σέρνει, νεκρό, γυμνό, στο γύρο του θριάμβου...

Νεκρώνεται η σάρκα όταν παραλύει, το θάνατο πλησιάζει... Μα όταν παραλύουν τα συναισθήματα, η αιχμή του βέλους του θεού απλά το στόχο της έχει βρει... Κι ας τυλίγουν τα δώρα των θεών το θείο σώμα του ήρωα, κι ας σπάνε πάνω δόρατα, βέλη ξίφη... αδύναμα, θνητών τα χέρια τα βαστούν και τα εκσφενδονίζουν... Τα λαμπρά τα δώρα των θεών δεν είναι εύκολο από θνητούς να νικηθούν...

Ατύχησε...

Κι εκείνους τους παντοδύναμους θεούς, ο Έρως εξουσιάζει, πόσο τους θνητούς...

Πέντε οι πτυχές μετάλλων στην ασπίδα, στην πανοπλία την αστραφτερή, κι η ομορφιά κι η τρομερή η λάμψη της τον τρόμο γύρω να σκορπά...

Πέντε οι αισθήσεις που παραλύουν όταν η αιχμή του βέλους του θεού, το σώμα διαπεράσει...

Πενθεσίλεια...

Τι θέλησες, τι γύρευες, κόρη του Άρη και βασίλισσα του αλαργινού του Πόντου στη ματωμένη άμμο της Τρωάδος? Χρόνια ατέλειωτα, θνητοί κι αθάνατοι με λύσσα και οργή ζωές σαν τα γιομωμένα στάχια εκεί θερίζουν... και ματωμένος, άχαρος κι ασήμαντος ο λιγοστός καρπός τους...

Ανδρεία εκ του ανδρός... Και πόση η ταπείνωση, η οργή μα κι ο κρυφός ο θαυμασμός για την ανδρεία της Αμαζόνας που τα πλήθη των Αχαιών ως τα καράβια τους θ' ακολουθήσει η ανδροκτόνος, σκορπώντας μ' ορμή το θάνατο ανάμεσά τους...

Η περίτεχνη η προσωπίδα της θεάς με το λοφίο που ανεμίζει, μια τρομερή όψη στα μάτια των Αχαιών... Ποιος δαίμονας ξεχύθηκε και τις ζωές αρπάζει, στου Αϊδωνέα την αυλή με βία να τις στέλνει, αέναα να βολοδέρνουν κάτω από το μαύρο, το ανήλεο της γης το χώμα?

Ο άνδρας της ζωής της κι άνδρας που θα της πάρει τη ζωή, όλα σε μια στιγμή πλεγμένα... Η μοίρα τάχει κλώσει, μ' ασημένια και χρυσή κλωστή δεμένα όλα. Μα πόσος χρυσός, πόσο ασήμι ν' αναλογεί στον καθένα..?

Ζωές κομμένες γύρω της, δόρατα κι ασπίδες τσακισμένες, ματωμένα σώματα, τσακισμένα μέλη... Βία, οργή... θρήνος. Σαν την μαινάδα που με ξέπλεκα μαλλιά κι ακάλυπτο το σώμα στα δάση θα χαθεί, το δαίμονά της ν' ακολουθήσει...

Τι νά νιωσες, βασίλισσα, του Πηλέα το γιο αρματωμένο μες το φως σαν είδες? Ούτε στιγμή δε σκέφτηκες, τρελή, ποιος ο θεός μπροστά σου που ορθώθηκε, αφού οι θνητοί σκόρπισαν μπροστά στου δόρατός σου την ορμή?

Στιγμή δε δείλιασες... με δύναμη το δόρυ εκσφενδόνισες, το νήμα της ζωής του φοβερού εχθρού να κόψεις... Τσακίστηκε το όπλο σου, χίλια κομμάτια το κοντάρι πάνω στη φοβερή ασπίδα, την καλοδουλεμένη... πέντε πτυχές, τις δυο θα διαπεράσει... Χρυσός, το δώρο των θεών... η αιχμή το σώμα δε θ΄αγγίξει... Το δεύτερο κοντάρι του πρώτου την πορεία και την τύχη την πικρή θε ν' ακολουθήσει...

Τι να σκεφτόσουν, Αμαζόνα, όταν το δόρυ του ισόθεου μ' ορμή στο στήθος σε χτυπούσε, στη ματωμένη άμμο σ' έριχνε ένα μ' αυτή για να γενείς? Ποιες σκέψεις άραγε να πέρασαν σε μια στιγμή μπροστά σου?


Τι ένιωσες, πώς ένιωσες όταν το χέρι του ανδρός που τη ζωή σου πήρε, την κρύα προσωπίδα από το κεφάλι σου τραβάει, το βλέμμα του εχθρού του νικημένου ν' αντικρίσει? Ποτάμι τα χρυσά μαλλιά - δώρο θεών κι αυτά... κάθε χρυσό - μες το ποτάμι του αίματος βουτηγμένα...

Δύο ρίψεις δόρατος... δύο χαμένες ευκαιρίες το στόχο για να βρεις... Μα ακόμη και στου θανάτου το κατώφλι, ο έρωτας καραδοκεί... Και βρίσκει πάντα στόχο...

Πώς χάνονται οι αισθήσεις? Πώς παγώνει ο χρόνος? Τι είναι αυτό που ανοίγεται όταν τα μάτια συναντιόνται και το βλέμμα σώμα ψυχή τα διαπερνά και στην καρδιά φωλιάζει?

Σκόρπισε ο θυμός, συγκίνηση ευθύς για να καλύψει το κενό απλώνεται... Τίποτα δεν είναι γραφτό του κενό κι αδειανό να μείνει... Λύγισαν τα γόνατα, κι η ασπίδα που σε τύλιγε, στο χώμα πεταμένη... Αγκαλιά μ' αυτό που αγνοούσες την ύπαρξή του, να του χαϊδεύεις τα μαλλιά, το πρόσωπο, το αίμα από τα μάγουλα πασχίζεις για να διώξεις...


Κόκκινο το αίμα που χάνεται... ροδαλά τα μάγουλα να ξεπροβάλλουν από κάτω... Βλέμματα που χαϊδεύουν το ένα το άλλο, ανάμεσα σε θάνατο και πόνο... Και το μοναδικό μα και στερνό φιλί τα χείλη που θα δέσει, είναι κι αυτό που το κενό ευθύς θα ξαναφέρει... Δάκρυα και συγκίνηση που θα χαθούν, κι η οργή στα γέλια του Θερσίτη πίσω σου, το χρόνο θα κινήσει... ξανά. Και πόσο πιότερη οργή το νου σου θα τυλίξει, όταν το δόρυ του θρασύδειλου, στο μάτι το άψυχο, του έρωτά σου του νεκρού θα καρφωθεί...

Κι οργή τα χέρια σου με το λαιμό του θα τα πλέξει... Άψυχος ο βέβηλος, δίπλα σε ό,τι πιο πολύ αγάπησες κι ας ήταν για μια στιγμή, ένα βλέμμα, μια πνοή, ένα φιλί...

Τι νά νιωσες, ισόθεε, κοιτώντας τα χέρια σου μες τη ζεστή σκηνή σου? Το αίμα κι αν ξεπλύθηκε, μες την ψυχή σου απλώθηκε, την τύλιξε, την κάλυψε, ένα μαζί της έγινε...

...

Πώς παίζεις, Έρωτα, με τις ψυχές? Συνείδηση δεν έχεις? Τυλίξου με τον φωτεινό μανδύα της περηφάνιας, στο γύρο του θριάμβου να χαθείς... μα μην γυρίσεις πίσω σου να δεις στο άρμα σου ποιους σέρνεις ...